“Οι μέρες του φωτός” της Έλενας Καργοπούλου

foss

Η ώρα, επιτέλους, έφτανε. Και να ‘μαστε, είκοσι λεπτά πριν την αλλαγή του χρόνου. Εκείνη καθόταν στο μπαλκόνι, κάπως γειωμένη από τις χαρούμενες φωνές και το πανηγύρι που εξελισσόταν γύρω της. Η παγωμένη διάθεσή της ερχόταν σε ισχυρή κόντρα με το χαρούμενο κλίμα της ημέρας. Προσπαθούσε να δείχνει εντάξει, μα οι γιορτές αυτές πάντα της δημιουργούσαν μια ανεξήγητη νευρικότητα και μια ανεπαίσθητη μελαγχολία.

Οι ευχές έδιναν κι έπαιρναν, καθώς το ρολόι έδειχνε μεσάνυχτα και η παλιά χρονιά που ταλαιπώρησε και φύσηξε κόντρα σε μια ολάκερη γη έδινε τη θέση της στην καινούρια, που κατέφθανε στολισμένη, λαμπερή, γεμάτη υποσχέσεις και όνειρα για ένα καλύτερο αύριο. Έδωσε και πήρε από μια αγκαλιά από τους αγαπημένους της ανθρώπους και, ενώ οι υπόλοιποι εύχονταν μέσω τηλεφώνου ή μηνυμάτων, εκείνη πάγωσε νοητά το χρόνο για δύο λεπτά. Κάτω από τα πόδια της, η πόλη καιγόταν από τα πολύχρωμα βεγγαλικά και οι καρδιές των ανθρώπων χτυπούσαν σαν μια, έχοντας ένα κοινό παλμό, μια κοινή ελπίδα για επανάσταση, μια κοινή, κρυφή ή φανερή προσδοκία: την προσδοκία μιας καλύτερης ζωής.

Ωστόσο, το πιο μελαγχολικό και, συγχρόνως, το πιο ιδιαίτερο κομμάτι της Πρωτοχρονιάς για εκείνη ήταν πάντα οι πρώτες ώρες μετά την αλλαγή του χρόνου. Εκεί, που όλοι έπεφταν για ύπνο και έσβηναν τα φώτα της γιορτής, εκεί εκείνη έπαιρνε ένα ποτήρι με ποτό, τα τσιγάρα της, τα ακουστικά της και βυθιζόταν στην περισυλλογή ώρες ατέλειωτες, πολλές φορές μέχρι την πρώτη ανατολή του νέου έτους. Πρώτα της έρχονταν στο μυαλό οι στόχοι και οι αποφάσεις της για τη νέα χρονιά, όλα όσα ήθελε να καταφέρει, όλα όσα έπρεπε απαραιτήτως φέτος να γίνουν (που δε γίνονταν σχεδόν ποτέ) και μετά η σκέψη της τρίπαρε ανεξέλεγκτη, άλλοτε σε ανεξερεύνητα κι άλλοτε σε γνώριμα μονοπάτια.

Φέτος, όμως, τα πράγματα ήταν αλλιώς. Φέτος, πολλοί από τους στόχους που είχε βάλει για τη χρονιά που πέρασε πραγματοποιήθηκαν και πολλά όνειρά της έγιναν πλάνα και, κατόπιν, κεκτημένα της. Ήταν αφέλεια, όμως, να πιστέψει πως τα κατάφερε: όχι από τώρα, είναι πολύ νωρίς. Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα. Ωστόσο, η σκέψη της έτρεχε απόψε γρήγορα, κι ας σκόνταφτε στους περιορισμούς που θέτει το εκάστοτε ανθρώπινο μυαλό: σηκωνόταν με ταχύτητα φωτός και συνέχιζε την τρελή και αδέσποτη πορεία της.

Ξαφνικά, τα λάθη της άρχισαν να κάνουν παρέλαση μπροστά στα μάτια της. Ένα, δύο, τρία, συνδεδεμένα και ασύνδετα, όλα άρχισαν να περνούν από το μυαλό της, μιλώντας της, κατηγορώντας την. Λάθος επιλογές, λάθος άνθρωποι, λάθος χειρισμοί και σχέσεις, όλα στριφογυρνούσαν γύρω της σαν ανεμοστρόβιλος. Κι εκεί συνέβη το αναπάντεχο: αντί να της επιτεθούν, μεταμορφώνονται σε μικρά, χρυσόφτερα κολυμπρί και πετούν ανάλαφρα μακριά της. Εκείνη στέκεται χαμογελώντας, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Σηκώνει το χέρι και τα χαιρετά, καθώς απομακρύνονται από κοντά της, εγκάρδια, γιατί και αυτά είναι κομμάτι της ζωής και, ως ένα σημείο, και αυτά διαμόρφωσαν το χαρακτήρα της όπως είναι σήμερα. Εξάλλου, αυτή πρέπει να είναι η πορεία των λαθών μας: να πετούν μακριά μας παίρνοντας μαζί τους τις τύψεις που μας βασανίζουν, αφήνοντας πάντα, όμως, πίσω τους, το μάθημα που μας έδωσαν.

Κι έτσι, το τοπίο καθάρισε, κι εκείνη μπορούσε να δει πια πιο καθαρά. Κοίταξε ξανά την προ ολίγου φλεγόμενη πόλη, που τώρα έμοιαζε ήσυχη, πλην όμως κατάφωτη, σχηματίζοντας έναν καινούριο γαλαξία επάνω στη γη. Ένα γαλαξία, που στη θέα του και στη γοητεία του μόνο μία σκέψη μπορούσε να κάνει: ήρθαν, επιτέλους, οι μέρες του φωτός. Οι μέρες που κάνουν κάθε τρελό όνειρο να μοιάζει με καλοσχεδιασμένο πλάνο και κάθε μικρό φως με σπίθα νεραϊδόσκονης. Οι μέρες της χαράς.

 

Έλενα Καργοπούλου