“Το κορίτσι του υπογείου” της Έλενας Καργοπούλου

277031407_652698592478904_5804557308402601773_n

Ήταν, μια φορά και έναν καιρό, ένα κορίτσι, που κατοικούσε σε ένα ανήλιαγο υπόγειο, δύο μέτρα κάτω από τη γη. Είχε περάσει τόσο μεγάλο μέρος της ζωής της εκεί, που δε θυμόταν πια πώς είναι η ζωή έξω απ’ τους τοίχους της. Το υπόγειό της ήταν μεγάλο και όμορφο, με ένα απαλό κρεβάτι με αφράτα μαξιλάρια, ένα γραφείο και πολλές, μεγάλες βιβλιοθήκες με τόνους βιβλία, στυλό και τετράδια. Απέναντι από το κρεβάτι της υπήρχε μια τηλεόραση, που σπάνια άνοιγε: δεν την ενδιέφερε, εξάλλου. Δεν είχε καμία εμπιστοσύνη στο μαύρο αυτό ψυχρό κουτί, που ξέρναγε συνέχεια άσχημα χαμπέρια από τον έξω κόσμο. Όχι. Η ζέση και η φιλοξενη αύρα των βιβλίων δε συγκρίνεται με τίποτα.

Ζούσε μόνη, εντελώς μόνη, χωρίς να ξέρει πώς είναι ο κόσμος έξω από τους τέσσερις αυτούς τοίχους και χωρίς ποτέ να θελήσει να ψάξει να μάθει. Μη σου πω ότι φοβόταν κιόλας κάπως, μετά από τόσα πράγματα που είχε διαβάσει: εγκλήματα, μίση, ανθρώπινα πάθη, που ακόμη και μαθαίνοντας γι’ αυτά μέσα από τις κιτρινισμένες σελίδες των βιβλίων από τις βιβλιοθήκες που κοσμούσαν τους τοίχους του υπογείου. «Μπα, άσε καλύτερα…», σκεφτόταν «Εδώ είμαι ασφαλής, ήσυχη, ήρεμη, χωρίς να μπορεί κανένας να με πειράξει…»

Κοντά στο κρεβάτι της, υπήρχε ένας μικρός φεγγίτης, που άνοιγε με ανάκληση. Ήταν το μόνο άνοιγμα του υπογείου της με τον έξω κόσμο. Το τζάμι του απέξω ήταν βρώμικο, γρατζουνισμένο, και η αδιαφάνειά του την κρατούσε μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Στην άλλη πλευρά του φεγγίτη, στο πεζοδρόμιο, υπήρχαν μερικά σκαλιά, που οδηγούσαν στην πόρτα μιας παλιάς αποθήκης. Τα κάγκελα της σκάλας πλαισίωνε ένας καταπράσινος, τεράστιος κισσός, που τα κάλυπτε ολόκληρα δυο και τρεις γυροβολιές με τα κλαδιά του.

Που και που, έρχονταν άνθρωποι να της κάνουν παρέα. Κάθονταν για ένα τσιγάρο στα σκαλιά έξω από το φεγγίτη του σπιτιού της. Προσπαθούσαν να την παρακινήσουν να βγει έξω, μα εκείνη δεν ήθελε, κι έτσι, αρνούνταν ευγενικά, προσπαθώντας να κρύψει το φόβο της. Όχι… Καλύτερα να μην ήξεραν, να μην το καταλάβαιναν… Ήταν διαφορετικοί μεταξύ τους από άποψη φύλου, ηλικίας, εμφάνισης, επικοινωνίας, άλλοι κάθονταν για λίγο, άλλοι για περισσότερο, όμως είχαν πάντα ένα κοινό: όλοι, στο τέλος, της χαμογελούσαν ευγενικά, σηκώνονταν από τα σκαλιά και έφευγαν, πήγαιναν στις δουλειές τους, στα σπίτια τους, με λίγα λόγια, συνέχιζαν τις ζωές τους. Σαν να μην τη συνάντησαν ποτέ, και μιλούσαν ελάχιστα γι αυτή: για εκείνους ήταν το πιο καλά κρυμμένο μυστικό τους, που εκμυστηρεύονταν ο ένας στον άλλον φορτώνοντάς το με χίλιες δυο παράδοξες και τρομακτικές δεισιδαιμονίες.

Η φήμη της, όμως, ταξίδευε σε ψιθύρους και, από στόμα σε στόμα, διαδιδόταν. «Παράξενη, φοβική και τρελή» ήταν μόνο λίγα από τα κοσμητικά επίθετα που της απέδιδαν όταν δεν ήταν μπροστά, όμως, όταν κάθονταν στα σκαλιά και της μιλούσαν, σαν κάτι να άλλαζε: σαν να έβλεπαν ότι το τέρας που είχαν πλάσει με τα λόγια και τη φαντασία τους τελικά δεν ήταν και τόσο διαφορετικό από εκείνους. Σαν να καταλάβαιναν ότι είχαν άδικο για εκείνη, ότι όσα έλεγαν ήταν ψέματα και άρχισαν να φοβούνται ότι η αλήθεια κάποια στιγμή θα έλαμπε. Έτσι, άρχισαν να κάθονται στα σκαλιά ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι: οι πιο περίεργοι όλων και οι πιο καλοσυνάτοι όλων, αυτοί που δε χρειάζονταν το πάτημα επάνω στην άποψη του κόσμου. Κι εκείνοι ήξεραν, ήξεραν ότι το κορίτσι είχε μια πολύ γλυκιά και πρόσχαρη φωνή, που μελαγχολούσε μόνο όταν τραγουδούσε. Ήξεραν, επίσης, ότι οι κουβέντες της ήταν γεμάτες λάμψη, καθώς μιλούσε ευγενικά και μετρημένα στους ανθρώπους που την πλησίαζαν και είχε πάντα έναν διαφορετικό καλό λόγο να πει για τον καθέναν από αυτούς. Τους έλεγε ιστορίες που είχε διαβάσει ή άλλες που είχε δημιουργήσει, τους απήγγειλε ποιήματα, τους τραγουδούσε, χαιρόταν με τη χαρά τους πιο πολύ απ’ ότι εκείνοι και τους παρηγορούσε στα δύσκολα. Στο τέλος της σύντομης ή μακράς παραμονής τους στα σκαλιά, όλοι έφευγαν χαμογελώντας, λίγο πιο αισιόδοξοι για το αύριο και λίγο πιο ήρεμοι στην ψυχή τους, με μία και μόνη ενοχή να επισκιάζει τη χαρά τους: πώς στο καλό να κρύψεις ότι η δική σου ευτυχία προέρχεται από κάτι που μέμφονται όλοι οι άλλοι;

Δεν έλειπαν, όμως, και οι άλλοι: εκείνοι που δεν μπορούσαν να δεχτούν τη συνύπαρξη μαζί της στην ίδια γειτονιά, και ήταν πολλοί: οργανώνονταν ανά ομάδες τα βράδια και έρχονταν να της χτυπήσουν το φεγγίτη δυνατά και να βγάλουν το άχτι τους, φωνάζοντάς της ότι είναι ένα τέρας και ότι δεν έχει καμία θέση σε μια γειτονιά με κανονικούς ανθρώπους. Ήταν μεγάλοι και έφηβα παιδιά που είχαν την τάση να κοροϊδεύουν ό,τι δεν καταλάβαιναν ή, στην προκειμένη περίπτωση, ό,τι δεν ήξεραν. Έτσι, όταν ο φεγγίτης ήταν ανοιχτός, περνούσαν μέσα του διάφορα, από απειλητικά και υβριστικά σημειώματα μέχρι αηδιαστικά ζωύφια, τα οποία εκείνη φοβόταν, και μετά γελούσαν με τις κραυγές του τρόμου της.

«Γιατί δεν τους σταματάς;» τη ρώτησε κάποια στιγμή μια κοπέλα, σε μια ακόμη κουβέντα τους από τα σκαλιά. «Τι περιμένεις, να εισβάλλουν στο σπίτι σου; Βάλε τα όριά σου, δεν μπορείς να συνεχίσεις να βγεις έτσι».

«Δεν το κάνουν από κακία, ούτε από μίσος», απάντησε το κορίτσι, συγκρατώντας με κόπο τα δάκρυά της. «Γι’ αυτούς είμαι κάτι άγνωστο, και οι άνθρωποι πάντα είχαν την τάση να πολεμούν ό,τι δεν καταλαβαίνουν ή ό,τι αισθάνονται ότι δυνάμει μπορεί να τους βλάψει… Είναι στη φύση τους: στη φύση μας».

Κι έτσι οι μέρες περνούσαν, και το κορίτσι άνοιγε πια το φεγγίτη όλο και λιγότερο και μόνο σε περίπτωση που καθόταν κάποιος στα σκαλιά. Αισθανόταν πιο σίγουρη έτσι, όπως άκουγε ότι αισθάνονται τα κορίτσια όταν γυρνούν στα σπίτια τους τα βράδια παρέες-παρέες – όχι μόνες. Ποτέ μόνες.

Ένα βράδυ, ενώ το κορίτσι κοιμόταν, άκουσε έναν εκκωφαντικό θόρυβο από το φεγγίτη και τινάχτηκε, λουσμένη στον ιδρώτα. Κάποιος προσπαθούσε να σπάσει το τζάμι του φεγγίτη, πιθανότατα με λοστό. Το κορίτσι πετάχτηκε από το κρεβάτι του και κρύφτηκε από κάτω, ελπίζοντας να περάσει το κακό. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, που νόμιζε ότι είχε βγει έξω από το σώμα της και ότι την άκουγε κάπου δίπλα της. Ξάφνου, ακούστηκε ένας γδούπος: σαν κάτι να είχε πέσει με φόρα στο πάτωμα. Το κορίτσι ζάρωσε ακόμα περισσότερο στην κρυψώνα του, με το φόβο της να έχει χτυπήσει κόκκινο. «Τελειώσαν όλα, τωρα θα μπουν και θα με βρουν», σκέφτηκε. Ακουσε ακατάληπτες κουβέντες, φωνές, σειρήνες και άρρυθμα ποδοβολητά: και μετά, σιωπή. Όποιος και να ήταν, μάλλον έφυγε, τρομαγμένος από τις σειρήνες της αστυνομίας και το θόρυβο.

Μετά από λίγη ώρα και, αφού βεβαιώθηκε πως θα ήταν ασφαλής, βγήκε από την κρυψώνα της. Το τζάμι της ήταν πια θρύψαλα και ο παγωμένος αέρας των πρώτων πρωινών ωρών έμπαινε σφυρίζοντας χαρούμενα από το σπασμένο πια φεγγίτη. Το κορίτσι ζύγωσε το φεγγίτη και ανακάλυψε το αντικείμενο που προκάλεσε το γδούπο: ήταν μια βαριά πέτρα, στο μέγεθος μιας μικρής μπάλας, που είχε δεμένο πάνω της πρόχειρα ένα σημείωμα. Πλησίασε, έλυσε το σχοινί που συγκρατούσε το σημείωμα επάνω στην πέτρα και το ξετύλιξε. «Χασου από δω, φρικιό», έγραφε πάνω, με μεγάλα, κόκκινα γράμματα. Το βρώμικο χαρτάκι άρχισε να τρέμει μαζί με τα χέρια της, καθώς το κορίτσι ξεσπούσε σε δάκρυα, αρθρώνοντας με κόπο ένα παραπονεμένο «Γιατί;»

Καθώς τα δάκρυα της έκαιγαν τα μάτια, η ανατολή έμπαινε από το σπασμένο φεγγίτη, γεμίζοντας το υπόγειο με ζεστασιά και χρώματα. Το κορίτσι σήκωσε τα μάτια της, για να αντικρύσει κάτι, για το οποίο είχε διαβάσει τόσα, μα δε θυμόταν πια πώς έμοιαζε. Ο ήλιος ήταν εκεί, μέσα στο δωμάτιό της, και την κοιτούσε με ένα βλέμμα ανάμεικτων συναισθημάτων: από τη μια, συμπόνοια και αγάπη, γιατί έβλεπε από ψηλά ό,τι συνέβαινε στο κορίτσι όλον αυτόν τον καιρό, από την άλλη θλίψη που την έβλεπε να κλαίει. «Μην κλαις άλλο, κορίτσι μου», της είπε. «Πέρασε τώρα».

Το κορίτσι τον κοίταξε εξεταστικά και του απάντησε:

-Μα, ποιος είσαι; Τι είσαι; Πώς μπήκες εδώ;

-Είμαι ο ήλιος, καλή μου. Εσύ δε με θυμάσαι, έχεις χρόνια να με δεις, μα εγώ ξέρω που είσαι και πώς ζεις. Ήταν ανάμεσά μας το τζάμι και με εμπόδιζε από το να ‘ρθω να σε βρω. Ήρθα να σε πάρω από δω. Έλα, δώσε μου το χέρι σου.

Το κορίτσι κοίταξε τον ήλιο παραξενεμένο. Είχε διαβάσει πολλά γι’ αυτόν, μα δε φανταζόταν ποτέ ότι θα τον έβλεπε να της μιλά. Εκείνος της έδωσε το χέρι του, λάμποντας από χαρά και φωτίζοντας ολόκληρο το δωμάτιο.

-Έλα μαζί μου. Πάμε να φύγουμε από δω.

-Φοβάμαι. Είδες πόσο σκληρός είναι ο κόσμος εκεί έξω. Άσε που, έχοντας διαβάσει για σένα, είσαι όμορφος, μα επικίνδυνος – κι αν με κάψεις;

Ο Ήλιος γέλασε καλοσυνάτα. Κι ήταν αυτό το γέλιο ζεστό, δυνατό, πηγαίο και ικανό να φωτίσει τα πάντα.

-Εμπιστέψου με. Δε θα σε κάψω. Έλα κοντά.

Το κορίτσι τον πλησίασε. Σε κάθε βήμα κοντά του ένιωθε πιο δυνατή, πιο σίγουρη, πιο γενναία. Ο ήλιος την αγκάλιασε, και η ζέστη και η χαρά του την πλημύρισαν, χωρίς να την καίνε. «Τώρα φοβάσαι;» της ψιθύρισε γλυκά στο αυτί, κι εκείνη, αντικρύζοντάς τον ευθεία μέσα στα μάτια, του απάντησε χαμογελώντας: «Όχι. Όχι πια».

 

Έλενα Καργοπούλου