“Άγνωστος: κάποιες φορές τόσο φίλος μας!” της Έλενας Καργοπούλου
Σε όλους μας έχει τύχει να περνάμε φάσεις στις ζωές μας όπου τα πράγματα δεν πάνε πολύ καλά. Ας μην αξιολογήσουμε τώρα εάν οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε είναι μικρές ή μεγάλες, ο καθένας μας έχει τις δικές του κουταλιές νερό, μέσα στις οποίες πνίγεται και, ως εκ τούτου, μια τέτοια αντιμετώπιση των προβλημάτων μας είναι άτοπη. Φυσικά, κανείς δεν αμφισβητεί πως κάποια θέματα, όπως αυτά που σχετίζονται με την υγεία τη δική μας ή των δικών μας ανθρώπων είναι αντικειμενικά και με διαφορά τα πιο σοβαρά απ’ όλα. Ως εξωτερική έκφραση συναισθήματος, λοιπόν, τα άσχημα συναισθήματά μας μπορεί να ποικίλουν από μηδενική φανέρωση στον υπόλοιπο κόσμο (του τύπου «μέσα μου βράζω, but I will keep a straight face») μέχρι περιπτώσεις όπου το «δεν είμαι καλά» ξεχειλίζει από κάθε πόρο και γίνεται εμφανές σε όλους όσους μας περιτριγυρίζουν.
Η απάντηση, λοιπόν, στην κατά τα άλλα απλή ερώτηση «πώς είσαι;» που μπορεί να μας έρθει κατακέφαλη κάποια στιγμή από τον οποιονδήποτε εξαρτάται πρωτίστως από το ποιος είναι αυτός που μας ρωτά και δευτερευόντως από το πόσο θέλουμε εμείς να εκδηλώσουμε το «δεν είμαι καλά» μας. Μπορεί να διαλέγουμε αυτήν την πρακτική είτε για να μη «φορτώνουμε» τον κόσμο με τα δικά μας προβλήματα είτε γιατί μας πιάνει πολλές φορές το αναθεματισμένο το πείσμα μας και δε θέλουμε να το δηλώσουμε γιατί το θεωρούμε αδυναμία. Γιατί εμείς είμαστε οι Iron Men, εμείς δε νιώθουμε, λυγάνε, ωρέ, τ’ ατσάλια; Φυσικά και λυγάνε και μέσω της φωτιάς και του κοπανήματος γίνονται και ωραία δαχτυλίδια, άμα λάχει. Αν δεν πάθεις, δε θα μάθεις, λέει ο θυμόσοφος λαός, κι εγώ συμφωνώ απόλυτα μαζί του.
Είναι ένα από αυτά τα βράδια, λοιπόν, που έχεις λυσσάξει και δε σε χωράει το σπίτι, μα δε θες να δεις άνθρωπο. Σκέφτεσαι τα χίλια μύρια όσα, ακόμη και για τους πολύ κοντινούς σου ανθρώπους, από το ότι αν τους πεις ότι τους χρειάζεσαι δε θα μπορεί (ή δε θα θέλει κανείς) μέχρι το ότι στο πεντάλεπτο θα βαρεθούν να ακούν για πεντηκοστή όγδοη φορά για τα ζόρια σου και θα βρουν μια ωραιοτάτη και βολική δικαιολογία να την κάνουν με ελαφρά. Σε αυτό το σημείο να κάνω μια παρένθεση και να παρακαλέσω να σημειωθεί στα πρακτικά ότι όσοι σε αγαπούν και σε νοιάζονται πραγματικά θα είναι εκεί να σε ακούσουν και να σε παρηγορήσουν με όποιο τρόπο μπορούν τόσες και άλλες τόσες και ακόμη περισσότερες φορές, αλλά έστω ότι απόψε είσαι τόσο θολωμένος που αυτή η γλυκιά σκέψη-ηλιακτίδα αδυνατεί να περάσει από τα κατεβασμένα στόρια του μυαλού σου και να φωτίσει για λίγο την απαισιόδοξη σκέψη σου. Έτσι, λοιπόν, βγαίνεις μόνος, με τα μούτρα και τη διάθεσή σου μέχρι το πάτωμα, πίνεις το Βόσπορο, σε πιάνει καλά καλά και με βαρύ κεφάλι προσπαθείς να πνίξεις ότι σε απασχολεί, αλλά -το άτιμο- 11 στις 10 φορές ξέρει κολύμπι επιπέδου Φελπς.
Πριν το καταλάβεις, έχεις πιάσει την κουβέντα με κάποιον που τον βλέπεις πρώτη φορά. Μπορεί να είναι ο μπάρμαν (αλληλεγγύη και αγωνιστικούς χαιρετισμούς στα παιδιά αυτά, έχουν ακούσει τρελά πράγματα ανά τα χρόνια) ή κάποιος που κάθεται δίπλα σου που είτε βρίσκεται σε παρόμοια φάση είτε απλά πίνει το ποτό του, με παρέα ή άνευ. Ξαφνικά, οι άμυνες χαλαρώνουν ο αλκοολούχος ορός της αλήθειας λύνει τη γλώσσα σου με κάποιο τρόπο μαγικό και αρχίζεις να μιλάς. Κι εκεί ακριβώς είναι που μπορείς να ακούσεις από μια πολύ όμορφη ιστορία μέχρι μια πολύ σωστή συμβουλή που θα μπορέσει, πιθανά, να σε βγάλει μερικώς από τον προσωπικό σου λαβύρινθο.
Εδώ, όμως, έρχεται και η ερώτηση του ενός εκατομυρίου: γιατί να διαλέξεις να μιλήσεις σε κάποιον άγνωστο για πράγματα που δεν λες ακόμη και σε ανθρώπους που ξέρεις χρόνια. Η απάντηση είναι πιο προφανής από όσο φαντάζεσαι: επειδή δε σε ενδιαφέρει και τόσο η γνώμη του και, κατά συνέπεια, δε φοβάσαι την κρίση και την κριτική που θα κάνει από μέσα του σε εσένα, εν αντιθέσει με κάποιους από τους ανθρώπους που γνωρίζεις και έχεις στον κοινωνικό σου περίγυρο, των οποίων η γνώμη σε επηρεάζει πολύ περισσότερο. Επειδή, όπως και στο διαδικτυακό κόσμο, η «ανωνυμία» που έχεις εκείνη την ώρα για εκείνον, καθώς και η πραγματικότητα ότι μπορεί να μην ειδωθείτε ποτέ ξανά κατεβάζουν τις αναστολές σου και αποκαλύπτουν όσα σε απασχολούν.
Αυτό που περιγράψαμε παραπάνω γίνεται και από την ανάποδη: μην ξεχνάς, αφού έφτιαξε η διάθεσή σου, που πριν από λίγο σερνόταν με τα μούτρα στο πάτωμα, η σημερινή βραδιά είναι η βραδιά των άπειρων πιθανοτήτων. Μια βραδιά, όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν και κάθε επιλογή στα μάτια μας φαντάζει ένας ανεξερεύνητος κόσμος, γεμάτος νέες οπτικές γωνίες.
Ένας ξένος, λοιπόν. Ένας άγνωστος μέχρι πριν από λίγο σε εσένα άνθρωπος γίνεται ξαφνικά φύλακας του μυστικού σου και μαζί προσωρινή αποθήκη των προβλημάτων σου. Στην τελική, μπορεί μακροπρόθεσμα να δημιουργηθεί μια μεγάλη φιλία μέσα από αυτό, ή να είναι απλά ένα βράδυ το οποίο θα θυμάσαι για όλη σου τη ζωή. Στην τελική, ας είναι πάντα να έρχονται οι ανθρώπινες καρδιές λιγάκι πιο κοντά, έστω και με αυτόν τον τρόπο.
Αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο από τα Χανιά, με την ελπίδα να μεγαλώσει και να γίνει ευτυχισμένος.
Έλενα Καργοπούλου